Γιατί ηττήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ; (του Δ.Μακροδημόπουλου)

Δημοσιεύτηκε στις: at 7:50 πμ
279 0

Γιατί ηττήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και στις βουλευτικές εκλογές με σημαντική διαφορά από ένα κόμμα, όπως η ΝΔ, που έχει τεράστιες ευθύνες στη μεταπολίτευση και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 2004 -2009 για τη σημερινή κατάντια της χώρας; Γιατί ηττήθηκε από ένα κόμμα με ηγεσία και πολιτική που έρχονται από το παρελθόν ενώ ο ίδιος προβάλλονταν ως φορέας ανατροπής της μνημονιακής πολιτικής που στοίχειωνε το μέλλον της χώρας;

Στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, στις ευρωεκλογές του 2014 αλλά και στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, συγκρούστηκε το παλιό που εκπροσωπούσε η Ν.Δ. και το νέο, όπως εμφανίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα μάλιστα της Αριστεράς, δημιουργώντας ελπίδες για εναλλακτική πολιτική έναντι των δανειστών και έξοδο από την κρίση. Γιαυτό το εκλογικό σώμα προσπέρασε την ασυνέπειά του όσον αφορά το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, όπου το όχι μεταβλήθηκε σε ναι, αποδίδοντας την πολιτική του ασυνέπεια στους εκβιαστικούς όρους που επέβαλε το Βερολίνο, και τον Σεπτέμβριο του 2015 του ξανάδωσε την εντολή για να υλοποιήσει το τρίτο μνημόνιο. Όμως το γεγονός ότι στις 14/8/2015, προκειμένου να αντισταθμίσει τις διαρροές των διαφωνούντων βουλευτών του, υπερψήφισε μαζί με όλα τα κόμματα του “δημοκρατικού τόξου” το 3ο μνημόνιο, δηλαδή ταυτίστηκε με όλα τα αστικά κόμματα, αυτό αποτελούσε πολιτική στροφή 180ο έναντι των διακηρύξεών του. Με αποτέλεσμα στις πρόσφατες εκλογές να συγκρουστούν δύο κόμματα του παρελθόντος. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ απέπεμψε όλα τα στελέχη που έδιναν πολιτικό περιεχόμενο στον αυτοπροσδιορισμό του ως κόμματος της Αριστεράς και προσεταιρίστηκε τις μάζες του πελατειακού ΠΑΣΟΚ που αποτελούν σήμερα την συντριπτική του πλειοψηφία σε όλες τις διαβαθμίσεις του κόμματος. Μεταβλήθηκε δηλαδή σε κόμμα παλαιάς κοπής και σε αυτό το επίπεδο είναι ολοφάνερο ότι υπερτερεί η Ν.Δ. διότι συνεχίζει να ελέγχει τους μηχανισμούς σε τοπικό επίπεδο πανελλήνια. Απόδειξη περί αυτού; Το 2014 είχε εντυπωσιάσει η αντίφαση της καθαρής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές με διαφορά τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων και η ταυτόχρονη συντριβή του στις αυτοδιοικητικές εκλογές με κάλπες που στήθηκαν την ίδια μέρα. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού κυβέρνησε τη χώρα επί 4 και πλέον έτη και οπωσδήποτε ανέπτυξε μηχανισμούς σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, συνετρίβη πάλι ολοκληρωτικά στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Πού οφείλεται αυτή η αντίφαση; Αν επικαλεστούμε τον Μαρξ, οφείλεται στη «στερεότητα και την εσωτερική διάρθρωση» της κοινωνίας, δηλαδή στο συνεκτικό της ιστό, τη νοοτροπία που διαμόρφωσε ο τρόπος της λειτουργίας της επί δεκαετίες. «Το κοινωνικό “είναι”», έλεγε ο μεγάλος διανοητής, δηλαδή οι κοινωνικές συνθήκες, «διαμορφώνει τη συνείδηση», η οποία βέβαια δεν αποδομείται από τη μια μέρα στην άλλη. Πρόκειται για τη «στερεότητα και την εσωτερική διάρθρωση» της κοινωνίας που διαμόρφωσαν οι πελατειακές σχέσεις επί μια τεσσαρακονταετία που μονοπωλούσαν την εξουσία αυτοδύναμα η Ν.Δ. με το ΠΑΣΟΚ, με την ανάπτυξη μηχανισμών και στελεχών στις τοπικές κοινωνίες για την εξυπηρέτηση αυτών των σχέσεων. Δεδομένου ότι η πλειοψηφία ίσως του εκλογικού σώματος αντιλαμβάνεται την υπέρβαση της κρίσης σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο με την επάνοδο στον πελατειακό χαρακτήρα της πολιτικής, οι μηχανισμοί αυτοί διατηρούν την αξία τους στις προσδοκίες του λαού και τα στελέχη τους την επιρροή τους στην κοινωνία..

Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας απώλεσε και τη συνολική εικόνα των αναγκών της κοινωνίας που τον είχαν αναδείξει στην εξουσία. Απευθύνθηκε κυρίως στις πολυπληθείς δεξαμενές ψήφων ώστε να διασφαλίσει την επανεκλογή του αλλοιώνοντας έτσι και τη πολιτική φυσιογνωμία του. Παρέβλεψε αυτό που ήταν ορατό ήδη από το 2011, ότι η κρίση διαμόρφωνε άρδην μια νέα πραγματικότητα στην ελληνική κοινωνία: Από τη μια ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι που μπορούσαν και μπορούν να επιβιώσουν άλλοι καλύτερα και άλλοι λιγότερο καλά και από την άλλη ο ιδιωτικός τομέας με τους μικρομεσαίους επαγγελματίες, τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους εργατοτεχνίτες, τους εργαζόμενους της ευέλικτης εργασίας των 300 ευρώ που συνθλίβονται, με τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο ομάδες να μετατρέπεται σε αγεφύρωτο χάσμα προϊούσης της κρίσης. Για να προστεθεί και μια τρίτη κοινωνική ομάδα που αυξάνει βαθμιαία, οι εκατοντάδες χιλιάδες νέων που εγκατέλειψαν τη χώρα προς αναζήτηση εργασίας στα ξένα αλλά οι οικείοι τους παραμένουν προφανώς στη χώρα ως ψηφοφόροι εκφράζοντας σε κάθε ευκαιρία την αποδοκιμασία τους. Μέσα σε αυτό το σκηνικό κουραστήκαμε να ακούμε τα μέλη της κυβέρνησης να εκθειάζουν το ενδιαφέρον της για τους συνταξιούχους και τους δημοσίους υπαλλήλους αφήνοντας στο έλεος της μοίρας της την υπόλοιπη κοινωνία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν αντιλήφθηκε, ίσως διότι κατακλύστηκε από παλαιοκομματικούς του ΠΑΣΟΚ, ότι η αριστερή πολιτική περνά μέσα από την ανάπτυξη. Με την ανάπτυξη αντιμετωπίζονται όλα τα προβλήματα και στον τρόπο διανομής του προϊόντος της εναπόκειται πλέον ο χαρακτηρισμός του πολιτικού συστήματος ως σοσιαλιστικού ή καπιταλιστικού. Ερμηνεύοντας στις σημερινές συνθήκες τα όσα έγραφαν το 1848 οι Μαρξ – Έγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στο σημερινό παγκόσμιο ανταγωνιστικό περιβάλλον ανάπτυξη σημαίνει “δημιουργική καταστροφή” στην παραγωγή και στις αντιλήψεις, και όχι εμμονές στο καταστροφικό παρελθόν που μας οδήγησε στο σήμερα. «Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρξει, έγραφαν, χωρίς να επαναστατικοποεί  αδιάκοπα τα μέσα της παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις … …Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις με την ακολουθία τους από παλιές σεβάσμιες καταστάσεις και αντιλήψεις κι όλες οι καινούριες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Κάθε τι το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, κάθε τι το ιερό βεβηλώνεται». Γιαυτό ο Μαρξ θεωρούσε ως προϋπόθεση του σοσιαλισμού την αστικοδημοκρατική επανάσταση που έπρεπε να προηγηθεί. Για να δημιουργηθεί ανάπτυξη και να ωριμάσουν οι αντιλήψεις για τη διανομή του προϊόντος. Γιαυτό εξάλλου προσδοκούσε αρχικά τον σοσιαλισμό στις αναπτυγμένες βιομηχανικά δυτικές κοινωνίες της εποχής του. Διότι η διαφορά των δύο συστημάτων, καπιταλισμού και σοσιαλισμού, έγκειται στον τρόπο διανομής της υπεραξίας της παραγωγής και όχι στον βαθμό ανάπτυξης που είναι το ίδιο αναγκαία και στα δύο συστήματα. Σοσιαλισμός δεν σημαίνει στασιμότητα και μιζέρια. Αυτή η πολιτική των επιδομάτων (υπερπλεόνασμα, 13ος μισθός, ελάχιστο εισόδημα, κ.α.) αποτελεί χαρακτηριστικό του καπιταλισμού που προσπαθεί να αμβλύνει τις ακραίες ανισότητες που δημιουργεί και όχι του σοσιαλισμού που προσπαθεί να οικειοποιηθεί ως ιδεολογία του ο ΣΥΡΙΖΑ.

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Σχετικά άρθρα

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

Δημοσιεύτηκε από: - 21 Μαρτίου 2017 0
Συνεχίζονται οι δράσεις της Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης για την ενημέρωση των πολιτών και κυρίως των…