Διαχρονικές παθογένειες ή βολική αθώωση;
Ιούλιος 2019. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.
Δεν υπόσχεται απλώς καλύτερη διακυβέρνηση. Διερμηνεύει ο ίδιος το πρόβλημα: «Ρουσφέτια, θύλακες παράπλευρης εξουσίας και συχνά λάθος άνθρωποι στις λάθος θέσεις».
Η θεραπεία υποτίθεται ότι θα ήταν το Επιτελικό Κράτος. Η δέσμευση ήταν καθαρή: τέλος στις παλιές παθογένειες, τέλος στο πελατειακό κράτος.
Απρίλιος 2026. Ο ίδιος πρωθυπουργός μιλά για «διαχρονικές παθογένειες». Αυτές ακριβώς που υποσχέθηκε να εξαλείψει. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποκάλυψε κάτι που δεν ήξερε. Επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί ήδη υποψιάζονταν: ότι ο λόγος περί ρήξης με το πελατειακό κράτος κάλυπτε, στην πράξη, τη συντήρησή του.
Ο Μητσοτάκης ήρθε στην εξουσία με μια συγκεκριμένη υπόσχεση. Όχι απλώς κυβερνητική εναλλαγή. Υπόσχεση ρήξης.
Μιλούσε για σύγκρουση με το πελατειακό κράτος, για εκσυγχρονισμό, για διαφάνεια στις συμβάσεις, ανοιχτούς διαγωνισμούς, αξιοκρατία και λογοδοσία.
Επτά χρόνια αργότερα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ο λογαριασμός αυτής της υπόσχεσης. Και ο λογαριασμός δεν κλείνει καλά.
Γιατί αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι κάποια αόριστη παθογένεια που μοιράζεται δίκαια σε όλους. Δεν είναι κάτι που «πάντα έτσι λειτουργούσε» και άρα δεν αλλάζει.
Είναι ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα εξουσίας, με συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένες αποφάσεις και συγκεκριμένους ωφελούμενους.
Δεν μιλάμε για κάτι αόριστο και διαχρονικό. Μιλάμε για τη σημερινή κυβέρνηση. Για μια κυβέρνηση που δεν συγκρούστηκε με το πελατειακό κράτος, αλλά το άφησε να αναπαράγεται και τελικά το αξιοποίησε.
Αυτό ακριβώς παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες. Στο κυριακάτικο post του και στο διάγγελμα της Δευτέρας 6 Απριλίου, ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να δώσει θεσμικό περίβλημα στην ίδια γραμμή άμυνας: να εμφανιστεί ως υπεύθυνος μεταρρυθμιστής την ώρα που στην πραγματικότητα απολογούνταν για ένα σύστημα που κυβέρνησε, ανέχθηκε και τελικά αξιοποίησε. Μίλησε για σοβαρή εξέλιξη, για τις θεσμικές του απαντήσεις και για την ανάγκη κάθαρσης.
Μόνο που το κεντρικό του επιχείρημα δεν ήταν η ευθύνη. Ήταν οι «διαχρονικές παθογένειες».
Η φράση αυτή δεν είναι ουδέτερη.
Δεν είναι αθώα περιγραφή της ελληνικής πραγματικότητας.
Είναι πολιτικό εργαλείο. Λέει ότι το πρόβλημα είναι τόσο παλιό, τόσο βαθύ, τόσο συλλογικό, ώστε τελικά να μη φταίει κανείς συγκεκριμένα. Να φταίνε όλοι λίγο, άρα να μη λογοδοτεί κανείς πραγματικά.
Γι’ αυτό και ακούγεται τόσο γνώριμο το παλιό ρεφρέν του Κηλαηδόνη:
«Φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίει κι ο Χατζηπετρής».
Από το «μαζί τα φάγαμε» περάσαμε στις «διαχρονικές παθογένειες». Η γλώσσα άλλαξε, η λειτουργία έμεινε ίδια. Η ευθύνη διαχέεται τόσο ώστε να μη κατονομάζεται ο πραγματικός της φορέας.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για θεωρία. Μιλάμε για αριθμούς, για παραιτήσεις, για δικογραφίες. Σε αυτή τη φάση το κοινοβουλευτικό κάδρο είναι ήδη 13 βουλευτές: οι 11 για τους οποίους η Επιτροπή Δεοντολογίας εισηγήθηκε ήδη την άρση της ασυλίας τους και άλλοι 2 που ακολουθούν με νέα διαδικασία.
Την ίδια ώρα, στον τελευταίο κύκλο εξελίξεων, παραιτήθηκαν δύο υπουργοί και ένας υφυπουργός. Και όλα αυτά δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά συνέχεια μιας επταετίας που, όπως καταγράφει και η Εφημερίδα των Συντακτών, έχει ήδη βγάλει εκτός κυβέρνησης 8 υπουργούς και 8 υφυπουργούς, σε μια ακολουθία ανασχηματισμών που δικαίως περιγράφονται ως «ανασχηματισμοί με εντολή εισαγγελέα».
Άρα δεν μιλάμε για μεμονωμένο επεισόδιο. Μιλάμε για ένα μοτίβο.
Το πελατειακό κράτος δεν είναι αφηρημένη έννοια.
Είναι οι δημόσιες συμβάσεις που δεν προκηρύσσονται με ανοιχτές διαδικασίες και καταλήγουν ξανά και ξανά στους ίδιους. Είναι οι διαγωνισμοί που μοιάζουν γραμμένοι για τον νικητή πριν ακόμη ανοίξουν. Είναι οι αδιαφανείς αμοιβές συμβούλων που φουσκώνουν μέσα από σκοτεινές αναθέσεις.
Είναι οι προσλήψεις που παρακάμπτουν το ΑΣΕΠ. Είναι η μετατροπή δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων σε μηχανισμό πολιτικής πελατείας, εξάρτησης και επιρροής.
Είναι ένα δίκτυο εξάρτησης που δεν λειτουργεί τυχαία ούτε αυτόματα. Χρειάζεται πολιτική καθοδήγηση, διοικητική ανοχή και κομματική αξιοποίηση. Και ένα σύστημα που απαιτεί τέτοιες επιλογές δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τη λέξη «παθογένεια».
Όταν ούτε αυτή η λέξη αρκεί, αρχίζει το δεύτερο στάδιο της άμυνας: δεν φταίει το σύστημα, αλλά αυτός που το ερευνά.
Δεν φταίει η διαφθορά, αλλά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Δεν φταίνε οι μηχανισμοί, αλλά η Λάουρα Κοβέσι — ο θεσμός που η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να ελέγξει, σε αντίθεση με ανεξάρτητες αρχές και θεσμούς που δέχθηκαν έντονες πιέσεις στα χρόνια της διακυβέρνησής της.
Κυβερνητικά στελέχη μίλησαν για πολιτική παρέμβαση. Παρά ταύτα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στηρίχθηκε από τη δική του κυβέρνηση και ότι το υλικό της υπόθεσης προήλθε από νόμιμες ενέργειες των ελληνικών αρχών. Ένα επιχείρημα που διαλύεται μόνο του.
Έτσι αποκαλύπτεται το πραγματικό σχήμα: πρώτα επιχειρεί να διαμοιράσει την ευθύνη, ύστερα στοχοποιεί τον ελεγκτή.
Πρώτα λέει «όλοι έτσι κάνουν», μετά υπαινίσσεται «γιατί τώρα;» και «ποιοι μας χτυπούν;».
Σε κάθε περίπτωση, ο στόχος είναι ένας: να μη γυρίσει η συζήτηση εκεί όπου ανήκει, δηλαδή στην πολιτική ευθύνη αυτών που κυβερνούν εδώ και μια επταετία.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο το σκάνδαλο. Είναι η προσπάθεια κανονικοποίησής του.
Η ιδέα ότι το ρουσφέτι είναι κάτι σχεδόν φυσικό, ότι οι πελατειακές σχέσεις είναι αναπόφευκτες, ότι η διαφθορά είναι μια περίπου λαογραφική ιδιαιτερότητα του τόπου μας. Αυτή η ιδέα είναι βαθιά αντιδημοκρατική. Μας ζητά να συμβιβαστούμε.
Να δεχτούμε ότι έτσι λειτουργεί η χώρα και έτσι θα συνεχίσει να λειτουργεί. Και είναι ακόμη πιο προκλητική όταν εκφέρεται από κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία υποσχόμενη ακριβώς το αντίθετο.
Δεν υπάρχει τίποτε φυσικό σε ένα σύστημα που χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για πολιτικές εξυπηρετήσεις. Δεν υπάρχει τίποτε «διαχρονικό» στην επιλογή να συντηρείς μηχανισμούς εξάρτησης αντί να τους σπας. Και δεν υπάρχει τίποτε θεσμικά γενναίο στο να μιλάς για εξυγίανση μόνο όταν η υπόθεση έχει ήδη φτάσει στην πόρτα σου.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η αγανάκτηση. Χρειάζεται καθαρή πολιτική γραμμή: ανοιχτοί διαγωνισμοί με πραγματικό ανταγωνισμό για κάθε δημόσια σύμβαση, πλήρης διαφάνεια στις αμοιβές συμβούλων, αξιοκρατικές προσλήψεις χωρίς παρακάμψεις, τέλος στην προστασία των ημετέρων, πραγματική λογοδοσία για όλους, στους πολίτες και σε κάθε βουλευόμενο αιρετό σώμα που αποφασίζει για τη διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι οι «διαχρονικές παθογένειες».
Το πρόβλημα είναι ποιος τις επικαλείται, ποιος τις συντηρεί και ποιος ωφελείται από αυτές.
Μενέλαος Φ. Μαλτέζος
Οικονομολόγος – πρώην Βουλευτής Έβρου