Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: «ΜΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΣΑΤΕ….» (Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς)

Δημοσιεύτηκε στις: at 4 Αυγούστου 2018
770 0
Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς                   Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: «ΜΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΣΑΤΕ….»

Μήνας Αύγουστος του σωτηρίου 1999, ο μήνας που μεταμορφώνεται από το Θαβώριο Άκτιστο Φως του εν δόξη μεταμορφωθέντος Θεανθρώπου και σφραγίζεται ελπιδοφόρα με την ένδοξη Κοίμηση και Μετάσταση της μετά την Άκτιστη Τριάδα ισταμένης Παναγίας, η οποία ως Πολίτισσα της Βασιλευούσης Κραταιά και Προκαθεζομένη Παντεποπτεύουσα Έφορος τιμάται με τις πολυώνυμες αναφορές και θεοτοκόνυμες προσαγορεύσεις της στις βαπτισμένες με αυτές αναρίθμητες παλαίφατες Εκκλησίες και Μονές της.

Μήνας Αύγουστος στα Πριγκηπόννησα ή Παπαδονήσια, τα οποία ως αείφωτοι λαμπραδάμαντες στο περιδέραιο της πολίτικης Ρωμηοσύνης καταστέφουν την Θεοτοκοσκέπαστη και Παναγιοφρούρητη Πόλη του Κωνσταντίνου, όταν ο γλυκοναρκωμένος από την πρωϊνή θερινή δροσούλα και νησιωτική αύρα της μιάς από τις τετράδυμες των Πριγκηποννήσων αδελφές, της Ερατεινής Χάλκης, ταράσσεται από τα απόνερα του σχεδόν γραφικού και πολυκάματου βαποριού της γραμμής, το οποίο μεταφέρει όλες τις φυλές των ανθρώπων από τα Πριγκηπόννησα στην ως Βαβυλώνα των εθνών πολύβοη Κωνσταντινούπολη.

Κατ’ εκείνο το γλυκοφεγγές καλοκαιρινό πρωϊνό, της 5ης Αυγούστου, όπως και καθ’ όλα τα προηγούμενα του μηνός Ιουλίου, ο νεαρός ερευνητής, επιβάτης στο βαποράκι της γραμμής, αδιόρθωτα μέχρι τούδε και έως εσχάτης αναπνοής ρομαντικός και αιθεροβάμων εραστής, λάτρης και μύστης της φαναριώτικης ιεροπρέπειας και της αδάμαστης και πεισματωδώς ανθισταμένης στις περιπετειώδεις στροφές του ιστορικού και πολιτικού γίγνεσθαι Πολίτικης Ρωμηοσύνης, αγναντεύει από θαλάσσης την περίπυστο και παλαίφατη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης επί του κατάφυτου «Λόφου της Ελπίδος ή των Παπάδων», όπου φιλοξενείται, όπως και κατά τα προηγούμενα καλοκαίρια, κατόπιν φιλοστόργου και φιλοτίμου πατριαρχικής ευλογίας και κανονικής αδείας προκειμένου να βυθιστεί ενήδονα και να ανασύρει τον ιστορικό πλούτο του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου.

Ενδιάθετες σκέψεις ζευγαρωμένες με εικόνες και εν ταυτώ με ιστορίες και παραδόσεις, θρύλους και μύθους, πλημμυρίζουν όλες τις αισθήσεις του εξ Ελλάδος Ρωμηού, όταν ξαφνικά αναμιμνήσκεται εν αναγωγή ιστορικής μνήμης την ύπαρξη της θαυμαστής τετράδας των Ιερών Μονών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού στις τετράδυμες κόρες «νήσους των Πριγκήπων», ήτοι της Πρώτης, της Αντιγόνης, της Χάλκης και της Πριγκήπου, οι οποίες κατά τα προεόρτια των πανηγύρεών τους μεταμορφώνονται και λούονται από το Θαβώριο Άκτιστο Φως του ενδόξως μεταμορφωθέντος Χριστού. Βιώνουν «επ’ ελπίδι μεταμορφώσεως» το παρόν και προσδοκούν με την αμετάθετη ελπίδα το μεταμορφωμένο μέλλον για το πολύπαθο Γένος.

Το βαποράκι της γραμμής παραδομένο στα θαλασσιά νερά συνεχίζει την πορεία του από την Χάλκη για την Αντιγόνη και την Πρώτη απ’ όπου λαός πολύς και μαγεμένος με την πρωϊνή αύρα επιβιβάζεται, ενώ η έκπαγλη φύση των νήσων χαιρετά τους γλάρους συνοδούς του ταξιδιού. Οι ενδιάθετες σκέψεις του σαγηνευμένου από το κάλλος των τετράδυμων αδελφών Πριγκηποννήσων νεαρού ερευνητή σφραγίζονται επίμονα και ανεξίτηλα με το ευαγγελικό χωρίο της σχετικής περικοπής για την εορτή της Μεταμορφώσεως: «Καλόν εστίν ημάς ώδε είναι». Όντως μύχια επιθυμία και ακόρεστη λαχτάρα μπολιασμένη με το πνεύμα της ρήσεως των μαθητών προς τον ενδόξως μεταμορφωθέντα Θεάνθρωπο Χριστό.

Οι ενδιάθετες γλυκόπικρες σκέψεις του νεαρού για τα απωλεσθέντα του Γένους και τα ελπιδοφόρα του παρόντος και του μέλλοντος πάντοτε «επ’ ελπίδι μεταμορφώσεως» διακόπτονται ξαφνικά όταν επιβιβάζεται από την Πρώτη μία Ρωμηά αλλοτινής εποχής, η οποία παρακαθήμενη πλησίον του νεαρού ερευνητή και βλέποντας ότι μελετά το βιβλίο του φιλόμουσου Μητροπολίτου Πέργης Ευάγγελου «Εκ Φαναρίου Β΄», επιχειρεί το πρώτο βήμα της γνωριμίας που εξελίσσεται σε μία αναδρομή μυσταγωγίας στα παλαιά μεγαλεία της Πολίτικης Ρωμηοσύνης και της φαναριώτικης ιεροπρέπειας. Η συζήτηση πρόσωπον προς πρόσωπον φθάνει και στις περίλαμπρες πανηγύρεις της μεγίστης δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις παλαίφατες τετράδυμες ομώνυμες Μονές των τεσσάρων Πριγκηποννήσων, όταν ανθοφορούσε η πονεμένη και ευλαβεστάτη Ρωμηοσύνη με τους ευγενείς και φιλογενείς ευσεβεστάτους Ρωμηούς των νήσων. Η Ρωμηά γυναίκα καθώς το βαποράκι δένει στο λιμάνι του Σίρκετζι αποχαιρετώντας τον συγκινημένο νεαρό ερευνητή εξ Ελλάδος επισφραγίζει την μυσταγωγική συνομιλία τους με την μέχρι και σήμερα αλησμόνητη φράση: «Μείναμε ολίγοι. Πέρασαν χρόνοι και καιροί αλλά παρά τους ολίγους Ρωμηούς, η Ορθοδοξία και η Ρωμηοσύνη ανθίστανται με πίστη και αξιοπρέπεια. Μη μας λησμονείτε».

Παρήλθαν τα έτη και ίσως η Ρωμηά γυναίκα από τη νήσο Πρώτη να μετέστη στην Άνω Ιερουσαλήμ αλλά η σχεδόν εξομολογητική μυσταγωγική κατάθεση της ψυχής της ουδέ προς στιγμήν λησμονήθηκε από τον σήμερα ώριμο πλέον άνδρα, ο οποίος τότε βίωσε βαθέως στα ενδότατα μύχια της υπάρξεώς του έως μυελού οστέων τούς λόγους και την παρακλητική και πονεμένη παρακαταθήκη της για να μη λησμονηθεί και να μην εγκαταληφθεί ποτέ μα ποτέ από τους επιγενομένους βλαστούς του Γένους το πολυμαρτυρικό εσταυρωμένο Φανάρι και η βασανισμένη Πολίτικη Ρωμηοσύνη.

Με την μνημονική αναγωγή και μόνο των γλυκόπικρων και ελεγκτικών στην συνείδηση όλων μας – και δη των αδιαφορούντων Ελλαδιτών – εκείνων λόγων της ευγενεστάτης Ρωμηάς ανακαλούνται παραχρήμα και οι λόγοι του αοιδίμου Μητροπολίτου Πριγκηποννήσων Συμεών (είτε Νικομηδείας), ο οποίος στην προσφώνησή του προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο κατά την προ ετών χοροστασία αυτού στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου Πριγκήπου ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ποίμνιον ολίγον μεν σήμερον, αλλά μέγα εις ιστορίαν του ευσεβούς μας Γένους, μέγα εις αίγλην ιστορικήν και ανεπανάληπτον. Αλλά τί σημασίαν έχει το ολίγον και το μικρόν; Ο μόνος πολύς και ο μόνος μέγας είναι ο Άγιος Θεός, ο ευρισκόμενος επέκεινα πάσης αριθμολογίας, ο τα πάντα δυνάμενος έτι δε και αυτήν την έννοιαν του ολίγου και του μικρού να συμπλέκη, εις την ατελεύτητον του χρόνου διαδρομήν, εις την μυστηριώδη ανακύκλησιν της ιστορίας, Εκείνος ο δυνάμενος να ελέγχη τον χρόνον και τα έσχατα…

Ο λόγος όμως σήμερον αφορά εις την Πρίγκηπον, τον μεγαλύτερον τούτον λαμπραδάμαντα των ιστορικών νήσων των Πριγκήπων – όπως αποκαλεί αυτάς η Ιστορία. Ο δε ομιλών έχει την αίσθησιν, την στιγμήν ταύτην, ότι δεν είναι δυνατόν, Παναγιώτατε και Θεοτίμητε Πατριάρχα, ο λογισμός Σου, η σκέψις και ο στοχασμός Σου να μη ανατρέχουν εις το παρελθόν, τόσον το μακρόν όσον και το εγγύς.

Όσα βλέπεις, διά της ενοράσεως, μέσα εις την απαράμιλλον φύσιν που περιβάλλει, ως μεγαλειώδης διάκοσμος, την νήσον μας και όσας ακούεις, την ιεράν και επίσημον ταύτην στιγμήν, φωνάς μυστικάς που απηχούν, είμαι βέβαιος, εις την ευαίσθητον ψυχίν Σου, αποτελούν μίαν αδιάψευστον, ως εν εικόνι εξελισσομένη, πραγματικότητα. Η πραγματικότης αύτη επιζή, διά των αιώνων, ως μεγαλοπρεπές απολίθωμα παρελθούσης δόξης, δόξης προγονικής και ως άφωνος μαρτυρία της πατρώας ευσεβείας και φιλογενείας.

Πόση λάμψις, πόσον φως ολύμπιον, δεν κρύπτεται εις το εδώ φυσικόν και πνευματικόν περιβάλλον! Ποίαι άρα γε πνευματικαί αηδόνες συντονίζουν ακόμη το θείον άσμα των αλαλήτων στεναγμών των προγόνων μας, όσοι εβίωσαν εις τον παραδείσιον αυτόν τόπον! Πόσα μηνύματα, εκπεμπόμενα από τα βάθη των αιώνων, δεν απηχούν την στιγμήν αυτήν εις την εσωτερικήν Σου ύπαρξιν, την αίσθησιν ενός ενδόξου παρελθόντος!

Όλη αυτή η ανακύκλησις των στοχασμών και των ιερών συναισθημάτων αποτελεί αναμφιβόλως το αξιολογικόν βίωμα και την συνοδεύουσαν αυτό αξιολογικήν βεβαιότητα του λαού του Θεού, που απορρέει εκ της πολιάς παραδόσεως και της ιστορίας.

Τί δε να είπη τις περί του εγγύς παρελθόντος, το οποίον είναι και αυτό αποτεθησαυρισμένον με τας αληθείας της Πίστεως, με θυσίας και καθαρμούς, με αγώνας καλλινίκους και άθλους ευγενείς εις το θησαυροφυλάκιον της αιωνιότητος, εις το Αρτοφόριον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας! Η ανεξιχνίαστος Θεία Βουλή και Οικονομία, η υπερβάλλουσα τους σχηματισμούς της ιστορίας, συνήψε, με μυστηριώδη δεσμόν αόρατον, την Μητέρα Εκκλησίαν των Ορθοδόξων με την ιστορικήν έννοιαν «Πρίγκηπος». Και ήδη εξηγούμαι! Πατριάρχαι σχολάζοντες και Ιεράρχαι θεόφρονες, εντεύθεν καταγόμενοι, ως και κληρικοί παντός βαθμού, όλοι μορφαί φωτιναί, είτε αίροντες τον χρηστόν του Κυρίου ζυγόν, είτε οιστρηλατούμενοι από την «καιομένην και μη καταφλεγομένην» ιεράν βάτον της καρδίας των, με αδιάλειπτον ενατένισιν του υπερβατικού ιδεώδους της Εκκλησίας και με πίστιν φλογεράν, εγκατέλειπον, συνεπεία των τότε περιστάσεων, τα υψηλά αξιώματα και τας εκ τούτων τιμάς και απεσύροντο εις τας «απωκισμένας» του κόσμου μονάς, τας ενταύθα Πατριαρχικάς και Σταυροπηγιακάς, είτε εις τινα ταπεινά οικήματα της νήσου ταύτης – όπου διήγον ζωήν μοναστικήν και ασκητικήν…

Αυτήν την μεγάλην και ιεράν κληρονομίαν του λαμπρού και ανεπαναλήπτου παρελθόντος της Πριγκήπου, το οποίον έχουν υφάνει και δημιουργήσει σοφοί Πατριάρχαι, εμπνευσμένοι Ιεράρχαι εις τον γραφικόν και τερψίθυμον αυτόν τόπον διαβιούντες, και εκλεκτικοί του Γένους λογάδες, συμβολίζει σήμερον η ακοίμητος κανδύλα, που υπάρχει εδώ εις το βάθος του Ιερού Βήματος. Το μελιχρόν φως της προσλαμβάνει, διά της σεμνής πατριαρχικής χοροστασίας Σου, εις τα όμματα του ενταύθα πιστού λαού του Θεού, λάμψιν ιδιάζουσαν, αιγλήεσσαν, αποστράπτουσαν «Φως ιλαρόν αγίας δόξης».

Και ιδού ότι η γλυκεία της Πριγκήπου φύσις και πάντα τα εν αυτή, επί τη Σεπτή Πατριαρχική Σου παρουσία, αγάλλονται και χαίρουν. Τα ανθηφόρα δένδρα και αι δέσμαι των ανθέων από τους ευώδεις παραδείσους της ερατεινής Πριγκήπου, ο φλοίσβος των κυμάτων που την περιβάλλουν, η αρωματισμένη ατμόσφαιρα με την ποικιλίαν των χρωμάτων, η απαλή του Ζεφύρου πνοή, το θρόϊσμα των πεύκων, το μελωδικόν άσμα της αηδόνος, όλα χαιρετούν ευλαβώς την Σην Σεπτήν Κορυφήν της Εκκλησίας και ψάλλουν εν χορώ το Πολυχρόνιόν Σου».

Τα όσα ενήδονα και μυσταγωγικά καταγράφει ως άνω ο αοίδιμος Πριγκηποννήσων Συμεών δεν αφορούν αποκλειστικώς την μεγαλόνησο Πρίγκηπο αλλά και τις άλλες τρεις αδελφές νήσους αυτής, την Χάλκη, την Αντιγόνη και την Πρώτη, όπου η κοινή φιλόστοργος τροφός αυτών, ήτοι η Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία, αδιαλείπτως μέσα στον χωροχρόνο επιδαψιλεύει στα περιπόθητα και πολυπόθητα τεκνία αυτής τις ουρανομήκεις και σωστικές ευχές, ευλογίες και δεήσεις της ως σκέπη κραταιά και ακατάβλητος.

Η αναμνηστική αναδρομή και νύξη της Ρωμηάς γυναικός στις περίλαμπρες, μεγαλοπρεπείς άμα δε και σεμνοπρεπείς ιερώτατες πανηγύρεις της δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις τέσσερις ομώνυμες Ιερές Μονές των τετραδύμων αδελφών Πριγκηποννήσων ωθούν ακαταμάχητα την γραφίδα του γράφοντος να καταγράψει σεβαστικώς το ιστορικό χρονοδρόμιο μνήμης και τιμής από της ανιδρύσεως αυτών έως και σήμερον που ακόμα ηχεί ελπιδοφόρα η καμπάνα τους και συντελείται θαυμαστώς η ευχαριστιακή σύναξη υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας παρά το γεγονός ότι λιγόστεψαν οι προσκυνητές αλλά δεν έπαψαν ποτέ και δεν θα παύσουν να προσέρχονται «επ’ ελπίδι μεταμορφώσεως» εν Χριστώ Ιησού με την άσβεστη ενδόμυχη επιθυμία και τον ανικανοποίητο πόθο: «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι».

Η ιστορική ιχνηλασία στις ως άνω τετράδυμες Ιερές Μονές της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος των Πριγκηποννήσων αποτελεί την ελαχίστη αντιδωρηματική γραφή τιμής και σεβασμού σε εκείνη την περήφανη και πληγωμένη Ρωμηά, την οποία πριν από δεκαοκτώ έτη συνήντησε στο γραφικό βαποράκι της γραμμής ο τότε νεαρός εξ Ελλάδος ερευνητής, ενθυμούμενος τα όσα εκείνη νοσταλγικώς ανέφερε για τις αλλοτινές πανηγύρεις, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στα τετράδυμα αυτά ιερά του Γένους μοναστικά σεβάσματα, όταν οι πολυπληθείς Ρωμηοί των Πριγκηποννήσων και της Βασιλευούσης ως πολύβοες σεμνοπρεπείς μέλισσες προσήρχοντο προσευχητικώς σε αυτά ωσάν σε χριστοφόρο κυψέλη πεπληρωμένη θείου και ουρανίου μέλιτος προκειμένου να γευθούν το μέλι της σωζούσης εν Χριστώ Αναστάντι πίστεως και αληθούς ευσεβείας, με την ενδόμυχη της καρδίας ευχή: «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι».

 

Υ.Γ. Αφιερούται, συνοδευμένο με τύψεις συνειδήσεως γιατί άργησε κατά δεκαοκτώ έτη να γραφεί, στους «ολίγους και συνάμα αμετρήτους» κατοίκους Ρωμηούς των λαμπραδάμαντων Πριγκηποννήσων, τα οποία ίστανται και ανθίστανται «επ’ ελπίδι Μεταμορφώσεως». Γένοιτο!   

Σχετικά άρθρα