Σε κάθε μεγάλη σύγκρουση των τελευταίων δεκαετιών, πίσω από ιδεολογίες, θρησκείες και γεωπολιτικά αφηγήματα, υπάρχει ένας πιο ωμός, σχεδόν κυνικός πυρήνας: η ενέργεια. Και πιο συγκεκριμένα, τα ορυκτά καύσιμα. Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο δεν ήταν απλώς η βάση της οικονομικής ανάπτυξης του 20ού αιώνα. Υπήρξαν και παραμένουν η βάση ενός συστήματος εξάρτησης, ανισότητας και συγκρούσεων.
Αυτό που συχνά αποσιωπάται είναι ότι το σύστημα αυτό δεν είναι απλώς προβληματικό. Είναι δομικά συγκρουσιακό. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανταγωνισμό για περιορισμένους πόρους. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανισότητες. Και τελικά, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κρίσεις.
Σήμερα όμως αυτό το σύστημα δεν απειλείται μόνο από την κλιματική κρίση. Απειλείται από την ίδια του τη λειτουργία.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πλέον μια «πράσινη» πολιτική επιλογή. Είναι μια οικονομική και γεωπολιτική αναγκαιότητα που επιβάλλεται από την πραγματικότητα. Και γι’ αυτό ακριβώς παίρνει χαρακτηριστικά επανάστασης.
Οι ίδιοι οι μηχανισμοί της αγοράς αποκαλύπτουν την αντίφαση: όταν οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξάνονται –συχνά λόγω πολέμων ή εντάσεων– δεν ενισχύουν μακροπρόθεσμα το σύστημα. Το υπονομεύουν. Διότι ωθούν επιχειρήσεις, κράτη και πολίτες να στραφούν σε φθηνότερες, σταθερότερες και κυρίως ανεξάρτητες ενεργειακές λύσεις.
Αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι ήδη πραγματικότητα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάθε ενεργειακό σοκ επιταχύνει τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών και της ηλεκτροκίνησης. Οι ίδιες οι πετρελαϊκές εταιρείες γνωρίζουν πλέον ότι υπάρχει ένα κρίσιμο όριο τιμών πέρα από το οποίο το σύστημα αρχίζει να καταρρέει μη αναστρέψιμα.
Και την ίδια στιγμή, η κλιματική κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αποσταθεροποίησης. Δεν πρόκειται πλέον για ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά για έναν παράγοντα που εντείνει συγκρούσεις, μετακινήσεις πληθυσμών και γεωπολιτικές εντάσεις. Τα ορυκτά καύσιμα δεν καταστρέφουν μόνο το κλίμα. Διαβρώνουν τη διεθνή ασφάλεια.
Απέναντι σε αυτό το σύστημα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι απλώς μια εναλλακτική. Είναι μια ριζικά διαφορετική λογική.
Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, η ενέργεια μπορεί να γίνει πραγματικά δημοκρατική. Μπορεί να παραχθεί αποκεντρωμένα, κοντά στον καταναλωτή. Ένα φωτοβολταϊκό σε μια στέγη, μια ενεργειακή κοινότητα, ένα σύστημα αποθήκευσης μπορούν να μετατρέψουν τον πολίτη από εξαρτημένο καταναλωτή σε ενεργό παραγωγό.
Η ενεργειακή αυτάρκεια παύει να είναι γεωπολιτικό προνόμιο και γίνεται κοινωνικό δικαίωμα.
Και μαζί της αλλάζει και η ίδια η φύση της ισχύος.
Στην Ελλάδα, αυτή η δυνατότητα είναι ακόμη πιο ορατή. Με ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ηλιακής ακτινοβολίας και σημαντικό αιολικό δυναμικό, η χώρα μπορεί να μετατραπεί από ενεργειακά εξαρτημένη σε ενεργειακά αυτάρκη. Κάθε στέγη, κάθε αγροτική εκμετάλλευση, κάθε τοπική κοινωνία μπορεί να παράγει τη δική της ενέργεια.
Το ερώτημα δεν είναι τεχνολογικό. Είναι πολιτικό.
Θα συνεχίσουμε να επενδύουμε σε ένα μοντέλο που παράγει κρίσεις, εξαρτήσεις και συγκρούσεις; Ή θα επιλέξουμε ένα σύστημα που βασίζεται στην επάρκεια, την αποκέντρωση και τη συνεργασία;
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν μπορούν να «μπλοκαριστούν» με τον τρόπο που μπλοκάρονται οι αγωγοί ή οι θαλάσσιες οδοί. Αναπτύσσονται σιωπηλά, στέγη με στέγη, κοινότητα με κοινότητα. Και όσο το παλιό σύστημα αντιδρά βίαια, τόσο αποκαλύπτει την αδυναμία του.
Η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε ένα καθαρό δίλημμα:
- ένα ενεργειακό σύστημα που γεννά πολέμους
- ή ένα ενεργειακό σύστημα που καθιστά τους πολέμους άνευ αντικειμένου.
Ο ήλιος δεν μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί.
Ο άνεμος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η ειρήνη που ενσωματώνουν δεν είναι ιδεολογική υπόσχεση. Είναι υλική δυνατότητα.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι απλώς περιβαλλοντική αναγκαιότητα.
Είναι η πιο ρεαλιστική και άμεσα εφαρμόσιμη στρατηγική ειρήνης του 21ου αιώνα.
*Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι βιοαρχιτέκτονας, σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού για την ενέργεια, το περιβάλλον και το κλίμα.